georgia

Παίρνεις το φλιτζάνι, το γεμίζεις νερό, πρέπει να είσαι προσεκτικός όταν πρόκειται για την προετοιμασία ελληνικού καφέ, με κάποιο λάθος στις αναλογίες θα είναι σίγουρα αποτυχία. Ανοίγεις το βάζο με τη ζάχαρη, μετράς το ένα τρίτο από ένα κουταλάκι, το ζυγιάζεις με το μάτι, αμφιβάλλεις για ένα δευτερόλεπτο, είναι εντάξει. Έπειτα, το σημαντικότερο, ο καφές, μια φουσκωτή κουταλιά, τη γεμίζεις με μία γρήγορη μονοκόμματη κίνηση, δεν έχεις δεύτερες σκέψεις, είσαι πιο σίγουρος, αποζητάς τη γεμάτη, μεστή γεύση. Ανάβεις το γκαζάκι κι ανακατεύεις. Είναι κρίμα που οι καινούργιες κουζίνες δεν έχουν μάτι για τον ελληνικό καφέ, θυμάσαι τη γιαγιά σου που σε έμαθε να πίνεις καφέ, κρυφά, γύρω στα δώδεκα, το δικό σας μυστικό. Δεν τις πρόλαβε τις νέες κουζίνες η γιαγιά, δεν πρόλαβε ούτε τους υπολογιστές, ούτε τις τηλεοράσεις πλάσμα. Πέθανε ένα πρωί όσο ήσουν στο σχολείο, δέκα χρόνια πριν χαλάσει η κουζίνα, είκοσι πριν τον υπολογιστή, τριάντα πριν τη σmart tv που έχουν τώρα όλα τα εγγόνια της. Νέα μέθοδος να μετράμε τα χρόνια, γελάς, ναι, από τις συσκευές, πότε τις αγοράσαμε, πότε τις πετάξαμε, όλα φθαρτά, και μείς φθαρτοί. Η δικιά μας φθορά έρχεται υπόγεια, τρυπώνει κάτω από τα σκεπάσματα, την ώρα που κλείνεις τα μάτια και σκέφτεσαι ότι να θα το κάνεις το άλμα του ύπνου και αυτό το βράδυ, θα καταφέρεις να κοιμηθείς, δε θα βασανίζεσαι από όλα αυτά που έζησες, που δεν έζησες, που δε θα μπορέσεις να ζήσεις, από το μηδέν, από το μαρτύριο να γνωρίζεις ή να μη γνωρίζεις, από την αλήθεια ή το ψέμα, από.. Έχεις κοιμηθεί. Επιτελέστηκε και πάλι το θαύμα, σώθηκες από τις σκέψεις, η αλυσίδα που σε τραβά στο κενό γίνεται χαλαρή, επιπλέεις σε φουσκωτό στρώμα, είναι δύση και ο ουρανός είναι κόκκινος, αίμα που στάζει, κολλάει αργά στον ιδρώτα πάνω στο σώμα σου, δεν μπορείς να βγεις από τη θάλασσα, θα περιμένεις να σε χτυπήσει ο αιμάτινος ουρανός, έρχεται αργά, το ξέρεις ότι θα πρέπει να κάνεις υπομονή. Πλάτς. Αποσύρεις εγκαίρως το μπρίκι από τη φωτιά. Το κοίταζες που φούσκωνε, ανακάτευες αν και ήξερες ότι δεν έπρεπε, αφαιρέθηκες. Το πρόλαβες. Την τελευταία στιγμή. Η σταγόνα από το αίμα δεν έπεσε στον καφέ αλλά στο μάρμαρο της κουζίνας. Πλατς.

Survivors Ants are walking on my kitchen tiles, up and down, without a stop. I would like to kill them but I cannot. It is certain: I am unable to hurt any living being. As I approach the sink, I see them. There, moving, carelessly, as if they owned the whole world. Whenever, I am washing a fruit, the dishes, the glasses, I am pouring water to make them scared –in vain. I am trying to imagine how I might look to their eyes: huge, 1 m 90 height, heavy, over the past years I have been gaining weight, it won’t be long before I reach 100 kilos. It is not difficult to deduce, that I am not a typical human specimen, nevertheless this does not prevent me from thinking that to an ant all humans are giants, another species, among which they move boldly and manage to survive. I am walking from the kitchen to the bedroom, back and forth, stopping at times in the bathroom. Μy movements inside the house are limited. As for going out, it is out of the question. I dread reliving it. Chest pain, sweat all over my body and a sound, my heartbeat turning into something deafening. While it used to be quiet, almost built in, inside my body, in a way that I never knew it was there, now all of a sudden it became more and more vivid, attacking the acoustic nerve. The first day I dealt with it calmly. I executed meticulously the daily tasks at the bank and returned home. Inside the apartment the symptoms began to faint away. In the evening, before going to bed, I was almost convinced that I was done with it. It would not have been the first time. We have been living together since my childhood. In my finals I was that close to dropping out from the exams. My parents dragged me to school, just before I get locked in my room. All that hard work and late hours should not be wasted. Just thinking about it, twenty years later, I honestly wish they had been wasted, I would have spared myself from the stain of excellence. I graduated from Law school quite painlessly. Working hard, staying in, consuming mild sedatives though. My cousin, ten years older than me, an obstetrician, served as the perfect provider, she was also taking them in order to cope with the hospital stress and the menace of the unstoppable upcoming births. With the help of half a pill and two strong coffees I was able to go through tomes of studies’ material with apparently no great effort. Piece of cake. The actual working reality was another story. I got the job in the bank, after marking a high score in demanding examinations- all due to my usual blind method of continuous studying and to my brain capacities, which at that time was still running a constant sprint. Then came the training, devotion and a never ending stress. To my surprise and despite any personal intention, I made it to the top. I failed to make any friends in there. They disapproved of the fact that I despised smoking, failed to join their jokes, and kept a solemn face, never letting them have a clue of what was really going in my mind. For years I managed to cope with the pressure at work. Thanks to the sedatives, the control of the breath, the counting to ten and the exercises or relaxation….Finally I thought that I have beaten it. I had stopped sweating all of a sudden, I didn’t lose my breath while talking, my hands kept steady, my pulse was normal. With no obvious reason that morning I knew that nothing had really changed. It was alive inside me, hidden, sedated maybe, and suddenly it was wide awake again. Α triggering event was enough to get it started. The news announced to me by the board of directors, a decision I knew nothing about. “Congratulations, you are now the manager of our branch in………………….. Congratulations!” “Since when?’ “As soon as possible. By next week at the latest you should be at your new position”. It didn’t take more than a minute for the sweat to immerse my body; soon it would be evident on my clothes. There was no way out. The heart followed afterwards. The pounding was so strong that made my ears hurt. Ι pretended to be sick and got home with a taxi. Unable to react to a change I didn’t desire and to the responsibilities I despised, I was caught off guard and there it was taking hold of me again. Days passed by and it didn’t get better. I had informed them that Ι was suffering flu, but for how long I could go on with that story? I knew there was no turning back when I tried to leave the house in order to gather some supplies. The same symptoms once again along with a sense of dizziness and the difficulty to breathe. I got home keeping the head bent and dragging my feet. It was only when I had closed and locked the door behind me that I started feeling a bit better. I know that it was waiting for me. A lifetime. Ι had let it asleep. I had made the mistake to ignore it and there it was on the attack. I could blame the fact that I was approaching middle age, a crucial period of human life no doubt, or my living alone for so long, like a machine. And now my engine was rusty, and everything that was suppressed inside me had awakened.

Το πότισμα

Φορώντας το κοντό μαύρο φόρεμα, το αγαπημένο του καλοκαιριού, ποτίζω το λουλούδια όπως κάθε βράδυ, με το ποτιστήρι όχι με το λάστιχο, κι ας το νιώθω βαρύ στο ταλαιπωρημένο από την τενοντίτιδα χέρι μου, το έχω γεμίσει ως απάνω και μου θυμίζει το κόκκινο ποτιστήρι που είχα μικρή, το βασικό είναι ότι εξακολουθώ να έχω γλάστρες να φροντίζω, όχι όμως τριανταφυλλιές, σε εκείνες ήμουν μια αποτυχία, δεν πειράζει κάπου χάνω, κάπου κερδίζω, για παράδειγμα οι βασιλικοί μου ήταν οι πιο φουντωτοί, τους ζήλευαν οι γείτονες και μέσα μου ένιωθα περήφανη σαν να ήμουν προσωπικά υπεύθυνη για την όμορφη όψη τους, αλλά μπορεί και να’ μουν, επιβίωναν λόγω της φροντίδας μου, έτσι δεν είναι; Η αλήθεια είναι ότι εδώ και δύο εβδομάδες ζούσαμε απίστευτα καυτές ημέρες, το νιώθαμε στο σώμα μας που κολλούσε από τον ιδρώτα, το νιώθαμε από την αϋπνία που μας βασάνιζε τις νύχτες καθώς δεν ήταν δυνατόν κανείς να κλείσει μάτι από τη ζέστη, μία λύση ήταν να μπαινοβγαίνει στο ντους, τακτική που υιοθετούσα κι εγώ εναλλάξ με το πότισμα των λουλουδιών και το τραγούδι, αυτό το τελευταίο ήταν το πιο απελευθερωτικό, νανούρισμα, το δικό του το αγαπημένο, νάνι το μωρουδάκι, νάνι το μικρό μπεμπάκι, ή δίχως λόγια καλύτερα για να μην προσελκύω το ενδιαφέρον ή τον οίκτο των γειτόνων, από τα ανοικτά παράθυρα όλα ακούγονταν, τα κλάματα και οι φωνές μου τότε στην αρρώστια, τα τραγούδια τώρα που όλα είχαν τελειώσει, ίσως και η βρύση που έτρεχε, το νερό που κυλούσε με δύναμη για να γεμίσει το ποτιστήρι, όλα να γίνονταν ήχος, το μόνο που έλειπε ήταν το κλάμα του μωρού, όμως ποια άλλη απουσία θα μπορούσε να ήταν τόσο οδυνηρή; Καθώς κουβαλώ το ξέχειλο ποτιστήρι έτοιμη να δροσίσω τα λουλούδια μου τραγουδάω και χάνομαι, αγγίζω τα φυλλαράκια του βασιλικού, σκύβω και τον μυρίζω, η ευωδιά του βάλσαμο, δεν σταματώ ούτε στιγμή το νανούρισμα, νανουρίζω τον εαυτό μου και τις φωνές στο μυαλό μου, ίσως σε μια προσπάθεια να αποκοιμίσω τις σκέψεις μου, να εξαφανίσω τη λογική μου, ταυτόχρονα αφήνω και νερό να πέσει στα πόδια μου, συλλογίζομαι ότι άμα δροσιστεί το σώμα μου θα είμαι ακόμη ζωντανή.