touchtype.club

Reader

Read the latest posts from touchtype.club.

from qwazix

this story's prompt

I'm waiting for the bus at that busy bus stop on King Constantine avenue, the one near the chapel of, what's its name, anyway, a saint or the holy mother of something probably. My bus should arrive some time between now and half an our later, I hate waiting for busses, especially since my walkman is out of batteries and I can't listen to any music. And the cars are too loud! Do you think in the future the cars would be quieter? Airplanes are certainly quieter than what they were a few years ago. One can only hope.

Then there's this baby next to me in a fancy stroller who's crying all the time it's annoying. Where's his mother to comfort him? If it's a him. I can't tell. The stroller's fancy and it's dressed all in white as if they just christened it. It can't be, its parents should be somewhere around... Who leaves a child in a stroller in a crowded bus stop. He certainly couldn't have arrived here by himself.

I'm trying to shut the baby out. It's not there. It's not annoying. Get over it. Look away, see on the opposite side of the street there's this guy juggling oranges or something, look at him. No, don't look at him. He'll come by asking for a tip later and I don't have any coins. And I'm certainly not going to give him a hundred, no. What time is it? The bus is probably still a quarter away. And the baby is still crying. Somebody make him shut up.

Maybe there's a pacifier somewhere inside the stroller, let's have a look. Yeah, here it is. Hey baby, here suck on this, do us all a favor, there you go. Silence, at last. Ok, relatively because there's now this guy on the 50cc motorbike who's revving up all the time at the traffic light. I want to kick him in the balls. You'll make the baby start crying again, you bastard.

WHERE'S MY BUS! I'm tired here. It's more than 30 minutes since I came here. Fortunately the baby hasn't cried for a while. He's looking at me now and playing with my hands. He looks cute. No sign of his parents either. I'm starting to like him. I'm touching his tiny nose. Is that a smile? That's a smile. Awww. Let me find something that jingles. My keys. Hey mister look! Keys. Listen how they jingle!

At last! My bus. It's approaching fast. Hey little mister, nice to meet you! Hope your parents return soon. But what if they don't. Maybe I should wait for the next bus. I hate these old buses too, maybe the next one will be one of the new ones. They have airconditioning too. Now I'm gonna melt in there. Anyway, let's wait for the next. How do your parents look like, little mister? I'd like to meet them. When you see them tell them they can come over for dinner one day. Just kidding, I wouldn't know what to tell them, I'd just sit there all evening and say nothing and they'd be weirded out. I don't mind talking to you though, you seem to understand me. Nobody listens to me anyway.

Ah, look! A nice car over there. Wouldn't you like to have that car instead of waiting here for a crowded bus? Wouldn't it be nice to drive with the top open and have the air brush through your hair? You don't have much hair yet but you'll grow some soon. I think you'd be pretty when you grow up. I'm sure of it.

Now now, don't start crying again, look! there's another bus. Is it our bus already? It is. That explains why the other one was late and packed. Now I really got to go little mister. But who leaves a baby on a stroller in a crowded bus stop. If his parents never come get him? I promise I will watch the news every day. I will come here every day in the morning to catch my bus.

“Sir! will you help me a little, please!”

 
Read more...

from Maria Mant

Αγαπητέ Μιχάλη και φίλοι,

Αρχικά ευχαριστω πολύ που πήρες το χρόνο να διαβάσεις το κείμενο μου και για την ωραία απάντηση σου.

Απλά θα ήθελα να κάνω μια μικρή διευκρίνιση. Τα κείμενα μου δεν είναι αυτοβιογραφικά και όπως κάνουμε φαντάζομαι οι περισσότεροι που καταπιανόμαστε με τη γραφή, στα κείμενα μου υιοθετώ τη φωνή του αφηγητή μου και συχνά απόψεις που μπορεί να μη συμπίπτουν με την “κοινή γνώμη”– οποια και αν είναι αυτη- ή ακόμη και με τις δικές μου.

Πέρα από αυτό, όντως είμαι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε στην επαρχία και δεν είμαι Αθηναία αν και είναι η μόνιμη κατοικία μου τα τελευταία 8 χρόνια. Το κείμενο αυτό και ο συγκεκριμένος αφηγητής ήρθε από κάποια χρόνια πριν που εργαζόμουν σε δύο δουλειές μένοντας στο κέντρο σε αρκετά πιεστικές συνθήκες σε χρόνο, χρήμα και κοινωνικότητα. Και εκεί τελειώνει κάθε ομοιότητα/παραλληλισμός με το χαρακτήρα της ιστορίας.

Συμφωνώ με το κείμενο σου και πλέον είμαι στη θέση να απολαμβάνω περισσότερο την όμορφη Αθήνα, η οποία για έναν “ξένο” συχνά θέλει μάχη για να τη φέρει βόλτα και να βρει την ευκαιρία να σηκώσει το κεφάλι του και ανακαλύψει τις ομορφιές της.

Φιλικά, Μαρία

 
Διαβάστε περισσότερα...

from Πρόλογος

Πρόλογος

Έχεις περάσει δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα; Μέσα στην Αθήνα. Ζούμε περίπου 6 εκατομμύρια άνθρωποι εδώ, όμως εκείνοι που γνωρίζουν την πόλη αυτή την περίοδο, τις ημέρες πριν και μετά, είναι λιγότεροι και από τους μόνιμους κατοίκους σε αυτές τις στάσεις που σταματάει το τρένο από Αθήνα πρίν φτάσει Θεσσαλονίκη. Πάντα σκεφτόμουν να κατεβώ σε μια από αυτές τις στάσεις. Να δω με τα μάτια μου ότι πράγματι υπάρχει κάτι εκεί και δεν είναι απλά μια πινακίδα.

Πίσω όμως στην Αθήνα. Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που συναντάς αυτή τη σύντομη μα τόσο σημαντική περίοδο. Η πρώτη είναι οι εργαζόμενοι που έχουν ήδη ξεμείνει από ρεπό [ή κρατούν ρεπό] ή δε μπορούν να φύγουν λόγω απαιτήσεων δουλειάς. Η δεύτερη είναι άνθρωποι που δεν έχουν κάπου να πάνε είτε λόγω έλλειψης φίλων είτε λόγω έλλειψης χρημάτων. Παραδόξως εγώ ήμουν εδώ γιατί φαινομενικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Στην πραγματικότητα όμως, δούλευα γιατί ανήκω στη δεύτερη. Ο πρόλογος αυτός όμως ίσως έχει διαμορφώσει ένα παραπλανητικό τόνο για την Αθήνα του δεκαπενταύγουστου, η οποία είναι η πιο γοητευτική της στιγμή. Σκέψου το θέατρο όταν πρέπει να αλλάξει το σκηνικό και τα φώτα πέφτουν ώστε να μη χαλάσει η ψευδαίσθηση του θεατή κατά τη διάρκεια που φεύγουν και έρχονται έπιπλα και ηθοποιοί. Περπατώντας, λοιπόν, στους δρόμους των συνοικιών του κέντρου, βλέπει κανείς ακριβώς αυτό υπο το φως της ημέρας. Τα μαγαζιά ανακαινίζονται, βάφονται, καθαρίζουν εντός ολίγων αστραπιαίων ημερών και παρουσίας ελαχίστων μαρτύρων. Νιώθει κανείς ότι είναι μέρος μιας παράστασης, με τη μόνη διαφορά ότι το σκηνικό πριν και μετά μένει το ίδιο.

Οι μέρες αυτές, αν και λίγες, πέρασαν για μένα σα μια μικρή ζωή. Η ζέστη και η ασυνήθιστη για αυτή την πόλη ησυχία έπαιξαν σίγουρα ρόλο σε αυτό. Όμως αυτά που είπα, αυτά που άκουσα, αυτά που ένιωσα και είδα’ αυτά είναι που την καθιστούν μια μικρή ζωή. Λέμε ότι κάποιος ζει όταν έχει να πει ιστορίες και όταν συμμετέχει σε καταστάσεις και σε σχέσεις, γιατί η συμμετοχή μας σε αυτά αποδεικνύει την ύπαρξή μας. Γι’ αυτό οι ιστορίες μας είναι πάντα σε σχέση με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο. Πιστεύω ότι οι μέρες αυτές, αν όχι όλες τότε σίγουρα οι περισσότερεες, ικανοποιούν τον παραπάνω ορισμό. Έζησα έτσι μια ιστορία, σαν ένα εμβόλιμο διήγημα σε ένα μυθιστόρημα, το οποίο παρεκκλίνει από την κύρια υπόθεση, προσθέτει ωστόσο διακριτικά στο μωσαϊκό των χαρακτήρων και του πλαισίου αυτού.

 
Διαβάστε περισσότερα...

from Maria Mant

Πρόλογος

Έχεις περάσει δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα; Μέσα στην Αθήνα. Ζούμε περίπου 6 εκατομμύρια άνθρωποι εδώ, όμως εκείνοι που γνωρίζουν την πόλη αυτή την περίοδο, τις ημέρες πριν και μετά, είναι λιγότεροι και από τους μόνιμους κατοίκους σε αυτές τις στάσεις που σταματάει το τρένο από Αθήνα πρίν φτάσει Θεσσαλονίκη. Πάντα σκεφτόμουν να κατεβώ σε μια από αυτές τις στάσεις. Να δω με τα μάτια μου ότι πράγματι υπάρχει κάτι εκεί και δεν είναι απλά μια πινακίδα.

Πίσω όμως στην Αθήνα. Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων που συναντάς αυτή τη σύντομη μα τόσο σημαντική περίοδο. Η πρώτη είναι οι εργαζόμενοι που έχουν ήδη ξεμείνει από ρεπό [ή κρατούν ρεπό] ή δε μπορούν να φύγουν λόγω απαιτήσεων δουλειάς. Η δεύτερη είναι άνθρωποι που δεν έχουν κάπου να πάνε είτε λόγω έλλειψης φίλων είτε λόγω έλλειψης χρημάτων. Παραδόξως εγώ ήμουν εδώ γιατί φαινομενικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Στην πραγματικότητα όμως, δούλευα γιατί ανήκω στη δεύτερη.

Ο πρόλογος αυτός όμως ίσως έχει διαμορφώσει ένα παραπλανητικό τόνο για την Αθήνα του δεκαπενταύγουστου, η οποία είναι η πιο γοητευτική της στιγμή. Σκέψου το θέατρο όταν πρέπει να αλλάξει το σκηνικό και τα φώτα πέφτουν ώστε να μη χαλάσει η ψευδαίσθηση του θεατή κατά τη διάρκεια που φεύγουν και έρχονται έπιπλα και ηθοποιοί. Περπατώντας, λοιπόν, στους δρόμους των συνοικιών του κέντρου, βλέπει κανείς ακριβώς αυτό υπο το φως της ημέρας. Τα μαγαζιά ανακαινίζονται, βάφονται, καθαρίζουν εντός ολίγων αστραπιαίων ημερών και παρουσίας ελαχίστων μαρτύρων. Νιώθει κανείς ότι είναι μέρος μιας παράστασης, με τη μόνη διαφορά ότι το σκηνικό πριν και μετά μένει το ίδιο.

Οι μέρες αυτές, αν και λίγες, πέρασαν για μένα σα μια μικρή ζωή. Η ζέστη και η ασυνήθιστη για αυτή την πόλη ησυχία έπαιξαν σίγουρα ρόλο σε αυτό. Όμως αυτά που είπα, αυτά που άκουσα, αυτά που ένιωσα και είδα’ αυτά είναι που την καθιστούν μια μικρή ζωή. Λέμε ότι κάποιος ζει όταν έχει να πει ιστορίες και όταν συμμετέχει σε καταστάσεις και σε σχέσεις, γιατί η συμμετοχή μας σε αυτά αποδεικνύει την ύπαρξή μας. Γι’ αυτό οι ιστορίες μας είναι πάντα σε σχέση με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο. Πιστεύω ότι οι μέρες αυτές, αν όχι όλες τότε σίγουρα οι περισσότερεες, ικανοποιούν τον παραπάνω ορισμό. Έζησα έτσι μια ιστορία, σαν ένα εμβόλιμο διήγημα σε ένα μυθιστόρημα, το οποίο παρεκκλίνει από την κύρια υπόθεση, προσθέτει ωστόσο διακριτικά στο μωσαϊκό των χαρακτήρων και του πλαισίου αυτού.

 
Διαβάστε περισσότερα...

from Maria Mant

Hello everyone!

Hope you are all doing great and the winter has found you in a warm place. Unfortunately I am away in my hometown in Volos for the past few weeks preparing for my relocation in Germany next month. I really hope i will make it to one of our meetings before I leave.

In any case I started writing a story in greek and I will post the prologue. I hope you find time to have a look.

All the best, Maria

 
Διαβάστε περισσότερα...

from carolyn

It would have meant demolition of family life. Me, the mother of four, the upright citizen known for honesty, reliability, sobriety and religious faith, being invited to the police station for an interview.

At that time we used to keep our farm animals at a field not far away, which meant visiting twice a day, two minutes by car. That morning was different because no dew had fallen during the night, meaning the goats could be taken out of the barn earlier. Eating grass wet with dew brings on parasites in the digestive system. It wasn’t too chilly so I set off on foot, passing houses and small olive groves, for the ten minute walk.

I greet the goats on arrival as always. But through the crack in the door of the barn I glimpse someone walking along our lane, silhouetted against the sunrise – an illegal immigrant, one of the many who have come south for our warmer winter. An orange grove on one side of the field hides the barn from the road, the nearest house is long abandoned and half covered in bramble bushes and the only occupied house is too far away. There is no dog to bark at strangers.

A stab of fear is followed by a brief second of sadness, then clarity takes over. The shovel is leaning against the grey wall beside me, its long shaft fashioned from sturdy oak wood, tight in the metal socket of the scoop which is still a cheerful sky-blue colour just like new. The edge of the shovel is black and stained from clearing out the barn, from being thrust and scraped and grated across the rough concrete floor. I am standing on stinking damp straw, I see dung and some grains of corn fallen from the feed pans, and a toothpick dropped by the husband. He always has one in his mouth, like others have a cigarette.

All-powerful and calm now, I take the shovel and raise it above my head and wait. A goat squats to urinate noisily. Then another slowly gets to her feet wanting to be milked and to go outside to graze. I wait… Then through the window of the barn in the distance near where the lane disappears behind tall reeds I see the illegal immigrant continuing on his way, unaware of his brush with death.

 
Read more...